δευτεριά

η
1. η δεύτερη φορά
2. η δεύτερη θέση ιδίως σε αγώνες
3. η δεύτερη ελαιοτρίβηση
4. το κρασί δευτερίας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δευτερία — δευτερίᾱ , δευτέριος of inferior quality fem nom/voc/acc dual δευτερίᾱ , δευτέριος of inferior quality fem nom/voc sg (attic doric aeolic) δευτερίᾱ , δευτερίας seconds masc nom/voc/acc dual δευτερίας seconds masc voc sg δευτερίᾱ , δευτερίας… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερίᾳ — δευτερίᾱͅ , δευτέριος of inferior quality fem dat sg (attic doric aeolic) δευτερίαι , δευτερίας seconds masc nom/voc pl δευτερίᾱͅ , δευτερίας seconds masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτέρια — δευτέριος of inferior quality neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερίας — δευτερίᾱς , δευτέριος of inferior quality fem acc pl δευτερίᾱς , δευτέριος of inferior quality fem gen sg (attic doric aeolic) δευτερίᾱς , δευτερίας seconds masc acc pl δευτερίᾱς , δευτερίας seconds masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερίαν — δευτερίᾱν , δευτέριος of inferior quality fem acc sg (attic doric aeolic) δευτερίᾱν , δευτερίας seconds masc acc sg (attic epic doric aeolic) δευτερίας seconds masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • PANIS Sequens — qui mundum excipit, idem cum secundo. Et sane sequens ac secundus res eadem et ex eodem fonte sunt voces: Secundum enim Veteres dicebant, et scribebant pro sequendum; atque inde secundus vel sequendus, qui sequi debet, i. e. proximus a primo ut… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δευτέριος — (7ος αι. μ.Χ.) Πατριάρχης της αίρεσης των αρειανών στην Κωνσταντινούπολη. Ο Δ. άλλαξε το κείμενο της επίκλησης του βαπτίσματος και το αντικατέστησε με τη φράση «Βαπτίζεται… εις το όνομα του πατρός, διά Υιού, εν Αγίω Πνεύματι». * * * δευτέριος, α …   Dictionary of Greek

  • δεύτερος — η, ο και δεύτερος, δευτέρα, ο (AM δεύτερος, α, ον) Ι. 1. αυτός που φθάνει, έρχεται ή γίνεται αμέσως μετά τον πρώτο (σε διαδοχή χρόνου) (α. «τερμάτισε δεύτερος» β. «γεννήθηκε δεύτερος» γ. «δεύτερος αὖ προΐει ἔγχος» έσυρε δεύτερος το ξίφος) 2.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.